Η Μαρτυρία του Προφήτη Τζόζεφ Σμίθ
«Καί πάλι, μου είπε, ότι όταν θά έπαιρνα αυτές τίς πλάκες γιά τίς οποίες είχε μιλήσει – γιατί η ώρα που θά τίς αποκτούσα δέν είχε ακόμα εκπληρωθεί – δέν έπρεπε νά τίς δείξω σέ κανέναν, ούτε το θώρακα μέ το Ουρίμ καί Θουμμίμ, μόνο σέ εκείνους στούς οποίους θά μου δινόταν εντολή νά τα δείξω. Άν τα έδειχνα, θά καταστρεφόμουν. Ενώ συζητούσε μαζί μου γιά τίς πλάκες, ανοίχτηκε το όραμα στό νού μου ώστε μπόρεσα νά δώ το μέπος όπου είχαν εναποτεθεί οί πλάκες, καί τούτο τόσο καθαρά καί έντονα που αναγνώρισα τόν τόπο όταν τόν επισκέφτηκα.
«Μετά από αυτήν τή συζήτηση, είδα το φώς στό δωμάτιο νά αρχίζει νά συγκεντρώνεται γύρω από το άτομο εκείνου που μου είχε μιλήσει, καί αυτό συνεχίστηκε μέχρι που το δωμάτιο αφέθηκε ξανά σκοτεινό, εκτός από άμεσα γύρω του. Οπότε, αμέσως είδα, σάν νά ήταν ένας αγωγός ανοιγμένος κατευθείαν πρός τόν ουρανό, καί εκείνος ανέβαινε μέχρι που εξαφανίστηκε τελείως, καί το δωμάτιο αφέθηκε όπως ήταν προτού νά κάνει τήν εμφάνισή του αυτό το ουράνιο φώς.
«Ξαπλώθηκα αναλογιζόμενος το παράδοξο τής σκηνής, καί θαυμάζοντας ιδιαίτερα γιά τα όσα μου είχαν λεχθεί από αυτόν τόν καταπληκτικό αγγελιοφόρο, οπότε, στή μέση των διαλουισμών μου, ξαφνικά ανακάλυψα ότι άρχιζε πάλι νά φωτίζεται το δωμάτιο μου, καί μέσα σέ μιά στιγμή, καθώς ήταν, ο ίδιος ουράνιους αγγελιοφόρος βρισκόταν πάλι δίπλα στό κρεβάτι μου.
«Άρχισε, καί πάλι είπε ακριβώς τα ίδια πράγματα τα οποία είχε πεί κατά τήν πρώτη του επίσκεψη, χωρίς τήν παραμικρή διαφορά, μετά δέ από αυτό, μέ πληροφόρησε γιά τίς μεγάλες κρίσεις που θά έπεφταν επάνω στή γή, μέ μεγάλες ερημώσεις μέσο πείνας, μάχαιρας καί λοιμού, καί ότι αυτές οί φοβερές κρίσεις θά έρχονταν στή γή κατά τή γενεά ετούτη. Αφού τα είπε όλα αυτά, πάλι αναλήφθηκε όπως είχε αναληφθεί καί προηγουμένως.
«Αυτήν τή φοπά, τόσο βαθειές ήταν οί εντυπώσεις που είχαν μείνει μέσα στό μυαλό μου, που ο ύπνος είχε φύγει από τα μάτια μου, καί παρέμενα ακίνητος κυριευμένος από κατάπληξη μέ αυτά που είχα δεί καί ακούσει. Πόσο ξαφνιάστηκα όμως όταν είδα πάλι τόν ίδιο αγγελιοφόρο δίπλα στό κρεβάτι μου, καί τόν άκουσα νά μου λέει δηλαδή νά μου επαναλαμβάνει ξανά πάλι τα ίδια πράγματα όπως καί προηγουμένως, καί νά προσθέτει μιά προειδοποίηση, λέγοντάς μου ότι ο Σατανάς θά προσπαθούσε νά μέ βάλει σέ πειρασμό (ώς επακόλουθο τής πενιχρής οικονομικής κατάστασης τής οικογένειας του πατέρα μου), νά πάρω τίς πλάκες μέ σκοπό νά γίνω πλούσιος. Αυτό μου το απαγόρεψε, λέγοντας ότι πρέπει νά μήν έχω κανέναν άλλο σκοπό στό νού μου σχετικά μέ τή λήψη των πλακών, εκτός από το νά δοξάσω το Θεό, καί πρέπει νά μήν επηρεαστώ από κανένα άλλο κίνητρο εκτός από τήν οικοδόμηση τής βασιλείας του. Αλλιώς δέ θά μπορούσα νά τίς πάρω.
«Μετά από αυτήν τήν τρίτη επίσκεψη, πάλι αναλήφθηκε πρός τους ουρανούς όπως καί προηγουμένως, καί αφέθηκα πάλι νά συλλογίζομαι τήν παραδοξότητα των όσων μου είχαν συμβεί, όταν σχεδόν αμέσως μόλις είχε αναληφθεί από εμένα ο ουράνιος αγγελιοφόρος γιά τρίτη φορά, λάλησε ο κόκορας, καί είδα ότι πλησίαζε η μέρα, έτσι ώστε οί συνεντεύξεισ μας θά πρέπει νά είχαν διακρέσει ολόλκηρη τή νύχτα.
«Μετά από λίγο σηκώθηκα από το κρεβάτι μου, καί, όπως συνήθως, πήγα υιά τίς αναγκαίες εργασίες τής ημέρας. ‘Ομως καθώς προσπαθούσα να εργασθώ όπως καί τίς άλλες φορές, βρήκα τίς δυνάμεις μου τόσο εξασθενημένες ώστε μέ κατέστησαν απόλθτα ανίκανο. Ο πατέρας μου που εργαζόταν μαζί μου, κατάλαβε ότι κάτι μου συνέβαινε, καί μου είπε νά πάω στό σπίτι μας. Ξεκίνησα μέ τήν πρόθεση νά πάω στό σπίτι, όμως, καθώς επιχειρούσα νά διασχίσω το φράχτη έξω από το κτήμα στό οποίο βρισκόμασταν, οί δυνάμεις μου μέ εγκατέλειψαν τελείως καί έπεσα στό έδαφος ανίσχυρος, καί γιά ένα διάστημα ήμουν τελείως αναίσθητος.
«Το πρώτο πράγμα που μπορώ νά θυμηθώ ήταν μιά φωνή που μου μιλούσε καλώντας με μέ το όνομά μου. Κοίταξα καί είδα τόν ίδιο αγγελιοφόρο νά στέκεται επάνω από τό κεφάλι μου, περιτριγυρισμένος από φώς όπως καί προηγουμένως. Τότε πάλι μου είπε όλα όσα μου είχε πεί τήν προηγούμενη νύχτα, καί μέ πρόσταξε νά πάω στόν πατέρα μου καί νά του πώ γιά το όραμα καί τίς εντολές που είχα λάβει.
«Υπάκουσα. Επέστρεψα στόν πατέρα μου στό κτήμα, καί του διηγήθηκα όλα τα καθέκαστα. Εκείνος μου απάντησε ότι ήταν από το Θεό, καί μου είπε νά πάω καί νά κάνω όπως μέ είχε προστάξει ο αγγελιοφόρος. Έφυγα από το κτήμα, καί πήγα στήν τοποθεσία όπου μου είχε πεί ο αγγελιοφόρος ότι είχαν εναποτεθεί οί πλάκες. Καί χάρη στήν καθαρότητα του οράματος το οποίο είχα σχετικά μ’αυτήν, αναγνώρισα τήν τοποθεσία τήν ίδια στιγμή που έφθασα εκεί.
«Κοντά στό χωριό Μάντσεστερ, τής επαρχίας Οντάριο τής Νέας Υόρκης, Βρίσκεται ένας λόφος αρκετά μεγάλου μεγέθους καί πιό ανυψωμένος απ’ όλους τριγύρω. Στή δυτική πλευρά αυτού του λόφου, όχι μακριά από τήν κορυφή, κάτω από μιά αρκετά μεγάλη πέτρα βρίσκονταν οί πλάκες, τοποθετημέωες σέ ένα πέτρινο κιβώτιο. Αυτή η πέτρα ήταν παχιά καί στογγυλεμένη στό μέσο στήν επάνω πλευρά, καί λεπτότερη πρός τίς άκρες, έτσι ώστε το μεσαίο τμήμα της ήταν ορατό πάνω από το έδαφος, όμως οί άκρες ολόγυρα ήταν σκεπασμένες μέ χώμα.
«Αφού απομάκρυνα το χώμα, πήρα ένα μοχλό τόν οποίο εφάρμοσα κάτω από τήν άκρη τής πέτρας, καί μέ λίγη προσπάθεια τήν ανασήκωσα. Κοίταξα μέσα, καί πράγματι είδα τίς πλάκες, το Ουρίμ καί Θουμμίμ καί το θώρακα, όπως είχε δηλώσει ο αγγελιοφόρος. Το κιβώτιο μέσα στό οποίο βρίσκονταν ήταν φτιαγμένο από πέτρες κολλημένες η μιά στήν άλλη μέ ένα είδος τσιμέντου. Στό βάθος του κιβωτίου βρίσκονταν δύο πέτρες σταυροειδώς σέ σχέση μέ το κιβώτιο, καί επάνω σ’ αυτές τίς πέτρες είχαν τοποθετηθεί οί πλάκες καί τα άλλα αντικείμενα μαζί τους.
«Επιχείρησα νά τίς βγάλω έξω, αλλά αυτό μου απαγορεύτηκε από τόν αγγελιοφόρο, καί μέ πληροφόρησε πάλι ότι δέν είχε φθάσει ακόμα ν στιγμή νά τίς πάρω, ούτε θά έφθανε, παρά μόνο τέσσερα χρόνια μετά από αυτήν τή στιγμή. Όμως μου είπε ότι έπρεπε νά έλθω σέ αυτό το μέρος σέ ένα χρόνο ακριβώς μετά από αυτήν τή στιγμή, καί ότι αυτός θά συναντιόταν μαζί μου εκεί, καί ότι έπρεπε νά εξακολουθήσω νά κάνω το ίδιο μέχρι νά ερχόταν η στιγμή νά πάρω τίς πλάκες.
«Σύμφωνα μέ αυτά που προστάχθηκα, πήγαινα στό τέλος κάθε χρόνου, καί κάθε φορά έβρισκα εκεί τόν ίδιο αγγελιοφόρα, καί λάβαινα οδηγίες καί γνώση από αυτόν σέ κάθε σθνέντευξή μας, σχετικά μέ το τί επρόκειτο νά κάνει ο Κύριος, καί πώς καί μέ ποιόν τρόπο θά διευθυνόταν η βασιλεία του κατά τίς τελευταίες ημέρες.»