Η Μαρτυρία του Προφήτη Τζόζεφ Σμίθ
«Τελικά έφτασε η ώρα νά παραλάβω τίς πλάκες, το Ουρίμ καί Θουμμίμ καί το θώρακα. Τήν εικοστή δεύτερη ημέρα του Σεπτεμβρίου, χίλια οχτακόσια είκοσι επτά, ενώ πήγα όπως συνήθως κατά το τέλος ενός ακόμη χρόνου στό μέρος όπου αυτά ήταν τοποθετημένα, ο ίδιος ουράνιος αγγελιοφόρος μου τα παρέδωσε μέ τούτη τήν εντολή: ότι θά ήμουν υπεύθυνος γι’ αυτά, ότι άν τα άφηνα νά χαθούν από απροσεξία η από οποιαδήποτε αμέλειά μου, θά καταστρεφόμουν. Όμως άν ασκούσα όλες μου τίς προσπάθειες νά τα διαφυλάξω, μέχρις ότου εκείνος, ο αγγελιοφόρος, θά τα ζητούσε, αυτά θά προστατεύονταν.
«Σύντομα ανακάλυψα τήν αιτία που είχα λάβει τόσο αυστηρές εντολές νά τα φυλάξω ασφαλισμένα, καί γιατί είχε πεί ο αγγελιοφόρος ότι όταν θά έκανα αυτό που απαιτούνταν από το χέρι μου, θά τα ζητούσε πίσω. Γιατί μόλις έγινε γνωστό ότι τα είχα, χρησιμοποιήθηκαν οί πιό επίμονες προσπάθειες νά μου αφαιρεθούν. Κάθε στρατήγημα που μπορούσε νά εφευρεθεί, επινοήθηκε γι’ αυτόν τόν σκοπό. Η καταδίωξη έγινε πιό σκληρή καί έντονη από πρίν, καί πλήθη καραδοκούσαν συνεχώς γιά νά μου τα πάρουν άν ήταν δυνατό. Όμως μέ τή σοφία του Θεού, έμειναν ασφαλισμένα στά χέρια μου, μέχρι που τελείωσα μέσο αυτών αυτό που είχε απαιτηθεί από το χέρι μου. Οπόταν, σύμφωνα μέ όσα είχαν κανονιστεί, ο αγγελιοφόρος τα ζήτησε, του τα παρέδωσα, καί τα έχει στήν κατοχή του μέχρι σήμερα, που είναι η δεύτερη ημέρα του Μαίου, χίλια οχτακόσια τριάντα οχτώ».
Το αρχαίο χρονικό που βγήκε μέ αυτόν τόν τρόπο από τή γή, σάν φωνή ενός λαού που μιλάει από το χώμα, καί που μεταφράστηκε στή σύγχρονη αγγλική γλώσσα μέ τή χάρη καί τή δύναμη του Θεού, όπως επιμαρτυρήθηκε μέ Θεία διαβεβαίωση, δημοσιεύτηκε γιά πρώτη φορά πρός τόν κόσμο το 1830 ώς Το Βιβλίο του Μόρμον.